Ο «πυρηνικός τάφος» των ΗΠΑ: 80.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων θαμμένα – Μισό αιώνα μετά, ο θόλος αρχίζει να καταρρέει

Στα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού κρύβεται μία από τις πιο σκοτεινές κληρονομιές του Ψυχρού Πολέμου. Ο γνωστός Θόλος του Ρούνιτ (Runit Dome), μια κολοσσιαία κατασκευή από σκυρόδεμα που ανεγέρθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70, δημιουργήθηκε για να «εγκλωβίσει» περίπου 80.000 κυβικά μέτρα ραδιενεργών αποβλήτων, απόρροια των αμερικανικών πυρηνικών δοκιμών στις Νήσους Μάρσαλ.
Δημοσίευση 28/7/2026 | 13:17
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, επιστήμονες εγείρουν σοβαρές ανησυχίες: η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι ρωγμές στη δομή και η συνεχής διάβρωση απειλούν να μετατρέψουν τον λεγόμενο «πυρηνικό τάφο» σε νέα, ενεργή περιβαλλοντική απειλή.
Το ζήτημα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς τόσο οι τοπικές κοινότητες όσο και η διεθνής επιστημονική κοινότητα πιέζουν για ουσιαστική δράση πριν να είναι αργά.
Το αποτύπωμα των πυρηνικών δοκιμών
Η ιστορία ξεκινά στις δεκαετίες του 1940 και του 1950, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν τις Νήσους Μάρσαλ ως κύριο πεδίο πυρηνικών δοκιμών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Στην περιοχή πραγματοποιήθηκαν συνολικά 67 πυρηνικές εκρήξεις, εκ των οποίων οι 43 στο ατόλλιο Ενεγουετάκ (Enewetak), εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο θόλος. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η διαβόητη δοκιμή Castle Bravo, μία από τις ισχυρότερες θερμοπυρηνικές εκρήξεις στην ιστορία των ΗΠΑ, με ισχύ περίπου χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που έπληξε τη Χιροσίμα.
Οι εκρήξεις εξαφάνισαν νησίδες, μόλυναν το έδαφος και τον βυθό με ραδιενεργή τέφρα και ανάγκασαν ολόκληρες κοινότητες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Η λύση που αποδείχθηκε προσωρινή
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι αμερικανικές αρχές επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο τη ραδιενεργό μόλυνση. Το επιφανειακό στρώμα μολυσμένου εδάφους, η ραδιενεργή τέφρα, βλάστηση, μπάζα και στρατιωτικά υπολείμματα συγκεντρώθηκαν μέσα στον κρατήρα Cactus, που είχε δημιουργηθεί από προηγούμενη πυρηνική δοκιμή στο νησί Ρούνιτ.
Στη συνέχεια, ο κρατήρας σκεπάστηκε με 358 τεράστιες πλάκες σκυροδέματος, σχηματίζοντας έναν θόλο διαμέτρου περίπου 115 μέτρων και πάχους 45 εκατοστών. Ωστόσο, το έργο έκρυβε ένα κρίσιμο κατασκευαστικό μειονέκτημα: οι μηχανικοί δεν σφράγισαν ποτέ τον πυθμένα του κρατήρα, θεωρώντας ότι το κοραλλιογενές υπέδαφος θα λειτουργούσε ως φυσικό φράγμα.
Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη: το κοράλλι είναι πορώδες και επιτρέπει τη διέλευση του νερού, καθιστώντας την «ασφαλή» αποθήκευση ουσιαστικά ελλιπή από την πρώτη στιγμή.
Οι φόβοι για το μέλλον
Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα, οι επιπτώσεις του χρόνου και της κλιματικής αλλαγής έχουν οξύνει τις ανησυχίες. Στο εσωτερικό του θόλου βρίσκονται περίπου 120.000 τόνοι μολυσμένου υλικού — χώμα, στάχτη, στρατιωτικά απορρίμματα και τμήματα σκυροδέματος με ραδιενεργά στοιχεία. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η παρουσία πλουτωνίου-239, ενός εξαιρετικά τοξικού ισοτόπου με χρόνο ημιζωής που ξεπερνά τα 24.000 χρόνια.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι το θαλασσινό νερό ήδη διεισδύει από το κάτω μέρος της κατασκευής, ενώ σε διάφορα σημεία έχουν εντοπιστεί ρωγμές στην επιφάνειά της. Ο φυσικός ωκεανογράφος Κεν Μπούεσελερ από το Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Woods Hole έχει χαρακτηρίσει τον θόλο «μια προσωρινή λύση που ποτέ δεν σχεδιάστηκε για να αντέξει στον χρόνο», σημειώνοντας ότι το νερό κυκλοφορεί ήδη μέσα από τα ραδιενεργά απόβλητα.
Η διαμάχη για την ευθύνη
Το ζήτημα έχει πυροδοτήσει έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των Νήσων Μάρσαλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κυβέρνηση των νησιών ζητά εδώ και χρόνια είτε την ενίσχυση της προστασίας του θόλου είτε την πλήρη απομάκρυνση των ραδιενεργών αποβλήτων από το ατόλλιο.
Οι φόβοι εστιάζονται στο ενδεχόμενο σοβαρών περιβαλλοντικών συνεπειών σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης, με τους κατοίκους της περιοχής να αισθάνονται ότι πληρώνουν το τίμημα αποφάσεων που λήφθηκαν δεκαετίες πριν χωρίς τη συγκατάθεσή τους.


